Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιανουαρίου 2011

Μελαγχολία

Εκεί που νομίζεις ότι έχεις ξεφύγει… βρίσκεσαι ένα βήμα πριν την κατάθλιψη, ξανά.

Δεν υπάρχει αντίδοτο στην παραφροσύνη.

Ο κόσμος έχει νόημα μόνο όταν έχεις κάποιον να μοιραστείς τα συναισθήματά σου.

Advertisements

Read Full Post »

September Ashes

September begun with a goodbye to my heart
The pictures you put in my head brought tears behind my icy hands

Come closer; Breathe my name and nothing more
We are mere whisperings of a heartfelt elegy

So when I scream for you, do not answer me
When I beg you to hold me, just walk away…

Read Full Post »

You are in pain… pain… pain…

Τόσο εύθραυστο το πέπλο της ζωής

Τόσο όμορφο το πρόσωπο του θανάτου

Ξαφνικά ανθούν ονειροπολήσεις

Μέσα στην υγρασία της νύχτας

Αγκάλιασε τη θλίψη

Φίλησε τα δάκρυα

Ακολούθησε τον άνεμο

Για να σβήσει τους φόβους σου

Η φωτιά καίει μέσα δυνατή

και στο τέλος θα κάψει και την ψυχή


Για μια ακόμη φορά δεν μπορείς να αποφύγεις τις αναμνήσεις και τον πόνο που σου προκαλούν…

Read Full Post »

Σαν σήμερα

…έγραψε στις 15:04, 27-01-10: «Χαίρετε.» Και συνέχιζε σαν μια οποιαδήποτε εξυπηρέτηση ρουτίνας.

Το θυμάσαι; Το θυμάσαι, ξέρω ότι έχεις καλή μνήμη, αλλά έχεις και καλή ικανότητα στο να διαγράφεις τους δείκτες της μνήμης σου, όπως έχουμε πει. Για να είμαι πιο ακριβής, λοιπόν, θα το θυμόσουν αν ήθελες.

Σ’είχα ρωτήσει, γιατί από τους τόσους διάλεξες εμένα; Έτυχε να είμαι στο σωστό μέρος τη λάθος στιγμή. Ευχή και κατάρα μαζί. Είναι στιγμές που εύχομαι να μην είχα τη «φήμη» του Zed όπως τον ήξεραν οι περισσότεροι, αλλά ενός αντιπαθητικού Zed. Ίσως θα σε απέτρεπε και θα ζούσα ακόμα στον κόσμο μου. Ωραία ήταν στον κόσμο μου. Είχε μόλις ξεκινήσει μια πολύ καλή χρονιά για μένα. Πρώτη φορά πήγαιναν τα πράματα τόσο ευχάριστα. Αλήθεια, δεν ήταν αναγκαίο… Ήμουν καλά… Να σ’το ξαναπώ γιατί μάλλον δεν το πρόσεξες: Ήμουν καλά.

Δεν χρειάζεται να θυμηθείς κάτι άλλο. Εξάλλου, στα είχα συγκεντρώσει όλα μαζί, όσα σε έκαναν ευτυχισμένη, όπως είχες κάποτε ισχυριστεί, αλλά φρόντισες να τα απαξιώσεις κι αυτά.

Είναι εντυπωσιακό, αν μη τι άλλο, το πόσο εύκολα το κάνεις αυτό. Σε ζηλεύω! Ναι, ζηλεύω την τέχνη της απαξίωσης που χειρίζεσαι αριστοτεχνικά. Θα ήθελα κι εγώ να απαξιώσω μονομιάς όσα έζησα, όσα είπα, όσα σκεφτόμουν και δεν είπα, για να επιστρέψω επιτέλους στον κόσμο μου. Μα μετά έρχονται οι φωνές στο μυαλό μου και βουίζουν. Και τι δεν λένε για να με αποτρέψουν…

Ντρέπομαι που δεν μπορώ να απελευθερώσω τον εαυτό μου. Γιατί κάθε φορά που νομίζω ότι συνεχίζω τη ζωή μου, κάνω το λάθος να μου θυμίζω ότι δεν είναι έτσι όπως θα την ήθελα. Α, δεν τις μπορώ τις φωνές πάλι. Λένε ότι δεν έρχονται πάντα όλα έτσι όπως τα θέλουμε. Εκνευριστικές φωνές. Πράγματι, έτσι είναι, μα δεν παύουν να είναι εκνευριστικές.
Όση απογοήτευση κι αν βγάλω, όσο θυμό, όση οργή, όση πίκρα, δεν είναι αρκετά για να διώξουν αυτό που έχει θαφτεί βαθιά μέσα μου. Αυτό που ποτέ δεν είχες την πολυτέλεια να νιώσεις εσύ. Και ούτε πρόκειται.

Τουλάχιστον θα έπρεπε να αισθάνεσαι τυχερή που σου προσφέρθηκε αυτό το «δώρο» κι ας μην το αναγνώρισες ή το εκτίμησες ούτε μια φορά. Είναι κάτι που εκ του αποτελέσματος δεν το άξιζες.

Read Full Post »

Σε ένα πελώριο πύργο απάνω στέκεται ο κόμης. Μέρα νύχτα.
Κοιτά τα σύννεφα που ταξιδεύουν πέρα από τις κορφές των δέντρων, και είναι φωτεινά και καθάρια. Του αρέσει να τα κοιτά, όταν ο ήλιος λάμπει ανάμεσά τους, απογεύματα, με το ηλιοβασίλεμα. Ακούει τους ήχους από τα ύψη: την κραυγή ενός πτηνού, καθώς πετά πάνω από τον πύργο, ακούει τα βουητά του ανέμου, που τον περιζώνουν.
Κοιτά τον κήπο που κοιμάται βαριά, και τους κύκνους που κολυμπούν τριγύρω, ανάμεσα σε λάμψεις κυμάτων. Μέρα! Νύχτα!
Και τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης αχνολάμπουν. Πάνω τους καθρεφτίζονται τα σύννεφα που τραβούν προς το κάστρο. Και οι διαυγείς σκιές τους στην επιφάνεια της λίμνης φεγγοβολούν, όπως και τα ίδια. Τα νερόκρινα γνέφουν στον κόμη, λες και είναι νεκρά γυναικεία χεράκια, και λικνίζονται στο ψιθύρισμα του ανέμου, ονειρικά και θλιμμένα.
Ο φτωχός κόμης κοιτά τον θάνατο γύρω του, κοιτά σαν χαμένο μικρό παιδί που απειλείται από τη μοίρα, που δεν έχει πια τη δύναμη να ζήσει, και έτσι αποχωρεί σα σκιά του μεσημεριού.
Ακούει μονάχα τη μικρή θλιβερή μελωδία της ψυχής του: το παρελθόν!
Όταν βραδιάζει, ανάβει μια παλιά σκουριασμένη λάμπα και διαβάζει από χοντρά κιτρινισμένα βιβλία για το ένδοξο μεγαλείο περασμένων εποχών.
Διαβάζει με πυρετώδεις χτύπους στην καρδιά, ώσπου να αφανιστεί το παρόν, στο οποίο δεν ανήκει πια. Τότε υψώνονται οι πελώριες σκιές του παρελθόντος. Και ζει την υπέροχη ζωή των προγόνων του.
Τις νύχτες που ο άνεμος σημαδεύει τον πύργο, και οι τοίχοι βροντούν συθέμελα, και τα πουλιά στριγγλίζουν τρομαγμένα στο παράθυρό του, ο κόμης παραδίδεται σε μια άφατη μελαγχολία.
Την πανάρχαια εξαντλημένη ψυχή του τη βαραίνει μια μοιραία απειλή. Και με το πρόσωπο να ακουμπά στο παράθυρο, κοιτά έξω τη νύχτα. Και του φαίνονται όλα τεράστια, ονειρικά, στοιχειωμένα! Και τρομαχτικά. Ακούει τη θύελλα να λυσσομανάει, σαν να προσπαθεί να απομακρύνει καθετί νεκρό και να το σκορπίσει στην ατμόσφαιρα.
Όταν όμως το πλανεμένο φάντασμα της νύχτας φύγει σαν ξορκισμένη σκιά, τότε πάλι τα διαπερνά όλα η σιωπή της εγκατάλειψης.

Read Full Post »

Γνώριμες νύχτες

Σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα,
Ο άνεμος φυσάει τόσο φως
Πολεμά με τα δάκρυά μου
Αυτά δεν θα στεγνώσουν για πολύ καιρό

Ο χειμώνας στην ψυχή σου
Μ’έχει παγώσει..
Ας είχα τουλάχιστον τη δύναμη να σε συγχωρήσω… Μα φρόντισες να μου την πάρεις κι αυτήν…

Read Full Post »

Κανείς πια δεν τριγυρνά στον κήπο. Τα κλαδιά των δέντρων κρατιούνται αγκαλιασμένα, και ολόκληρος έχει γίνει μια γιγάντια ζωντανή παρουσία. Αιώνια νύχτα διαρκεί κάτω από την πελώρια φυλλοσκεπή. Και βαθιά σιγή! Και ο αέρας είναι ποτισμένος με ατμούς σήψης! Υπάρχουν όμως φορές που ο κήπος ξυπνά από πικρά όνειρα. Τότε μια ανάμνηση γλιστρά τις ψυχρές ξάστερες νύχτες, μέσα σε βαθείς κρυψώνες, γιατί ο κήπος ήταν κάποτε μάρτυρας σε πυρετώδη φιλιά και αγκαλιές, τις καλοκαιρινές βραδιές που έσφυζαν από λαμπρό μεγαλείο, όταν το φεγγάρι μάγευε με ανάμικτες εικόνες στο σκοτάδι τους ανθρώπους που τριγυρνούσαν ερωτικά, ναζιάρικα, με ρυθμικές κινήσεις, κάτω από τη φυλλοσκεπή, και σιγοκουβέντιαζαν λόγια γλυκά, εξαίρετα, και αντάλλαζαν όμορφα ζεστά χαμόγελα. Και ο κήπος βυθίζεται πάλι στον ύπνο του θανάτου. Πάνω στα νερά της λίμνης αιωρούνται σκιές από έλατα και οξιές, ενώ ένα υπόκωφο θλιμμένο μουρμουρητό ακούγεται από τον βυθό. Κύκνοι ταξιδεύουν ανάμεσα σε λάμψεις κυμάτων, αργά, δίχως κινήσεις, ορθώνοντας τους λεπτούς λαιμούς τους. Και ταξιδεύουν! Γύρω από το νεκρό κάστρο! Μέρα νύχτα! Στην όχθη της λίμνης, μέσα από το ζωηρόχρωμο χορτάρι ξεπετιούνται χλωμά κρίνα. Οι σκιές τους στο νερό είναι ακόμη πιο χλωμές. Και όταν πεθαίνουν, γεννιούνται και άλλα κρίνα που μοιάζουν με νεκρά γυναικεία χεράκια. Γύρω από τα χλωμά λουλούδια κολυμπούν, όλο περιέργεια, μεγάλα ψάρια, με στιλπνά ορθάνοικτα μάτια, και μετά εξαφανίζονται – δίχως τον παραμικρό ήχο! Και όλα τα διαπερνά η σιωπή της εγκατάλειψης.

Read Full Post »

Older Posts »